«

»

Δημιουργία κέντρων αποτέφρωσης νεκρών και κατάργηση καταγραφής θρησκεύματος των πολιτών.

Η Ένωση Αθέων απέστειλε σήμερα στον Υπουργό Εσωτερικών και τον Πρόεδρο της Βουλής την παρακάτω επιστολή σχετικά με την δημιουργία των Κέντρων Αποτέφρωσης Νεκρών και την κατάργηση καταγραφής του θρησκεύματος των πολιτών.
Η επιστολή κοινοποιείται στα ΜΜΕ, Συνήγορο του Πολίτη, πολιτικά κόμματα.

Από: Ένωση Αθέων

Προς:
1. Υπουργό Εσωτερικών
2. Πρόεδρο της Βουλής

Κοινοποίηση:
1. ΜΜΕ
2. Συνήγορος του Πολίτη
3. Πολιτικά κόμματα

Θέμα:
1. Δυνατότητα δημιουργίας Κέντρων Αποτέφρωσης Νεκρών σε όλα τα νεκροταφεία και για όλους τους πολίτες
2. Κατάργηση καταγραφής του θρησκεύματος των πολιτών

Σύμφωνα με ανάρτηση στον ιστοτόπο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος αποφάσισε κατά τη συνεδρία της στις 3 Σεπτεμβρίου να στείλει έγγραφο στην Κυβέρνηση σχετικά με το θέμα της αποτέφρωσης των νεκρών (και ειδικότερα σχετικά με τα άρθρα 48 και 49 του Νόμου 4277/2014) στο οποίο θα επισημαίνεται ότι:
– «η ΔΙΣ δεν δέχεται να υπάρχει αποτεφρωτήριο στα Ενοριακά Κοιμητήρια» και ότι
– «την απόφαση για την καύση ή την ταφή του σώματος, πρέπει να την λαμβάνει ο εκλιπών, ων εν ζωή, και όχι οι συγγενείς του».

Με αφορμή αυτή την ανακοίνωση θα θέλαμε να παραθέσουμε τις θέσεις μας στα παραπάνω θέματα.


Δυνατότητα κατασκευής αποτεφρωτηρίου σε όλα τα νεκροταφεία

Από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους η διοίκηση και διαχείριση των υπαρχόντων νεκροταφείων ανατέθηκε στους Δήμους και τις Κοινότητες και η ίδρυση νέων αποφασίστηκε να γίνεται με δημοτική δαπάνη (Βασιλικό Διάταγμα της 28/3/1834). Μεταγενέστεροι νόμοι (Ν. 5148/1931 άρθρο 8, Α.Ν. 2200/1940 άρθρο 7, παρ. 2, Α.Ν. 582/1968 άρθρο 1 παρ. 1 και 3, άρθρο 2 παρ. 1 και άρθρο 4 παρ. 1) επίσης επισημαίνουν ότι η διοίκηση και διαχείριση των νεκροταφείων ανήκει στους Δήμους και τις Κοινότητες εκτός από μεμονωμένους τάφους που βρίσκονται στους περιβόλους ναών και μονών ή ιδρυμάτων. Όποιες εξαιρέσεις από αυτόν τον κανόνα δημιουργήθηκαν εξαιτίας του άρθρου 8 του Α.Ν. 987/1946 λύθηκαν οριστικά από το άρθρο 7 του Α.Ν. 582/1968: «Πάσα διάταξις γενική ή ειδική ρυθμίζουσα τα διά του παρόντος διεπόμενα θέματα καταργείται».

Τα παραπάνω ενισχύει και η υπάρχουσα νομολογία (Αποφάσεις 4849 και 4850/1997 του ΣτΕ, Γνωμοδότηση 316/1995 του Ν.Σ.Κ., Ετήσια έκθεση 2007 του Συνήγορου του Πολίτη –ενότητα 3.1.3). Μάλιστα, σύμφωνα με την έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη, «η ίδια η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα ενδιαφερόμενου πολίτη, είχε αποδεχθεί εγγράφως ότι «η διοίκησις και διαχείρισις των ταφικών χώρων και εν γένει παραρτημάτων ανήκει αποκλειστικώς εις την αρμοδιότητα των Δήμων.»»
Είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι η ΔΙΣ επανέρχεται στο θέμα, προβάλλοντας έμμεσα αξιώσεις διαχείρισης και διοίκησης χώρων στους οποίους δεν έχει καμία νόμιμη αρμοδιότητα.

Ευελπιστούμε ότι οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς θα αποσαφηνίσουν άμεσα το θέμα αυτό, διευκρινίζοντας ότι η διαχείριση των νεκροταφείων υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δήμων και ότι συνεπώς είναι δυνατό να κατασκευαστεί αποτεφρωτήριο σε οποιοδήποτε νεκροταφείο με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του ΠΔ 31/2009.


Δυνατότητα αποτέφρωσης για όλους τους πολίτες

Θεωρούμε ότι το αίτημα της ΔΙΣ να έχει ληφθεί υποχρεωτικά η απόφαση περί αποτέφρωσης από τον εκλιπόντα όσο βρισκόταν εν ζωή και να μη δικαιούνται οι συγγενείς να λάβουν την απόφαση είναι άστοχο, διότι προϋποθέτει ότι γνωρίζουμε εκ προοιμίου τη βούληση όλων των πολιτών και μάλιστα ότι αυτή περιλαμβάνει την ταφή ενώ δεν περιλαμβάνει την αποτέφρωση. Στην πραγματικότητα όμως δεν έχουμε τρόπο να γνωρίζουμε τη βούληση κανενός πολίτη, εφόσον δεν έχει προβεί σε σχετική δήλωση, και δεν έχουμε δικαίωμα να υποθέσουμε ότι επιθυμεί τον έναν τρόπο (ταφή ή αποτέφρωση) αλλά δεν επιθυμεί τον άλλον (αποτέφρωση ή ταφή). Με την ίδια ακριβώς λογική, θα μπορούσαμε να απαιτούμε δήλωση του άμεσα ενδιαφερομένου προκειμένου να πραγματοποιηθεί ταφή. Ωστόσο δεν απαιτούμε καμία δήλωση, διότι η ταφή, όπως και η αποτέφρωση, συνιστούν αποδεκτούς υγειονομικά τρόπους αποκομιδής των νεκρών.

Το αίτημα της ΔΙΣ υποκρύπτει δύο άρρητες προϋποθέσεις: ότι οι πολίτες είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και ότι αυτό συνεπάγεται απαραίτητα πως δεν επιθυμούν αποτέφρωση. Αν όμως γίνει δεκτό το αίτημα της ΔΙΣ, αφενός θα αδικηθούν καταφανώς όσοι πολίτες δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και δεν δεσμεύονται από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ως προς το θέμα της ταφής, αφετέρου θα αδικηθούν ακόμη και οι δηλωθέντες τυπικά ως χριστιανοί ορθόδοξοι (μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων πολιτών) διότι ενδέχεται ότι παρά αυτή τους την ιδιότητα επιθυμούν να διαφοροποιηθούν από τη θέση της Εκκλησίας στο συγκεκριμένο θέμα (και δεν είναι στην αρμοδιότητα του Κράτους να το ελέγξει αυτό).
Επιπλέον στη συντριπτική πλειονότητα το θρήσκευμά τους δηλώθηκε όταν οι ίδιοι ήταν βρέφη ή νήπια, χωρίς βούληση και χωρίς συναίσθηση της σημασίας και των συνεπειών αυτής της επιλογής, καθώς δεν υπάρχει καμία διαδικασία που να διασφαλίζει υποχρεωτικά την επιβεβαίωση της επιλογής αυτής από τον πολίτη κατά την ενήλικη ζωή του.

Για τους παραπάνω λόγους θεωρούμε ότι ο τρόπος αποκομιδής των νεκρών θα πρέπει να αποφασίζεται από τους συγγενείς, εφόσον ο εκλιπών δεν είχε εκδηλώσει την επιθυμία του σχετικά.


Κατάργηση καταγραφής θρησκεύματος ανηλίκων

Με αφορμή τα παραπάνω επισημαίνουμε γι’ άλλη μια φορά ότι θεωρούμε εσφαλμένο από πλευράς του Κράτους να δεσμεύει τον πολίτη όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του και το φάσμα των επιλογών του με βάση μια δήλωση που έγινε ερήμην του ενόσω ήταν ανήλικος, όπως συμβαίνει κατά κανόνα με τη δήλωση θρησκεύματος.

Σύμφωνα με τη Γνωμοδότηση 687/1991 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους: «Η εκουσία απομάκρυνση από της Εκκλησίας […] προϋποθέτει βουλητική ικανότητα του προσώπου, η οποία δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκην με την ικανότητα προς δικαιοπραξία του Αστικού Κώδικα, διότι η μεταβολή θρησκεύματος δεν αποτελεί δικαιοπραξία.
Απαιτείται, δηλαδή, ηλικία οπωσδήποτε ώριμη
, αν και άνευ ακριβεστέρου προσδιορισμού, που να μαρτυρεί, λαμβανομένης υπόψη και της εν γένει πνευματικής αναπτύξεως του συγκεκριμένου ατόμου, ότι τούτο έχει επίγνωση της σοβαρότητας της πράξεώς του, και δήλωση βουλήσεως, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε βία ή ψυχική νόσο ή άλλη διαταραχή των πνευματικών δυνάμεών του, που να κωλύει την συνείδηση των πραττομένων.»

Εφόσον, σύμφωνα με την παραπάνω γνωμοδότηση, για την αποχώρηση από την Εκκλησία απαιτείται ηλικία ώριμη που να εξασφαλίζει πνευματική ανάπτυξη και συναίσθηση της σοβαρότητας της πράξεως καθώς και δήλωση βούλησης που να εξασφαλίζει την ελεύθερη και ανεπηρέαστη επιλογή, τα ίδια οφείλουν να απαιτούνται και για την εισδοχή σε οποιονδήποτε θρησκευτικό οργανισμό όπως η Εκκλησία της Ελλάδος. Ένα βρέφος ή ένα νήπιο, ακόμη και ένα παιδί ηλικίας δημοτικού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν ηλικία ώριμη, βούληση ή συναίσθηση της σοβαρότητας της πράξης τους όσον αφορά την εισδοχή σε κάποια θρησκεία.

Επομένως, καμία δήλωση περί του θρησκεύματος ανηλίκου δεν θα πρέπει να γίνεται δεκτή από το Κράτος ούτε να καταχωρίζεται σε αρχεία ούτε να λαμβάνεται υπ’ όψη στις σχέσεις του ανηλίκου με το Κράτος καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Όσες τέτοιες δηλώσεις έχουν ήδη γίνει θα πρέπει να θεωρούνται άκυρες. Μόνον ο ίδιος ο πολίτης, ως συνειδητός ενήλικος, θα πρέπει να μπορεί να δηλώνει το θρήσκευμά του, εφόσον το επιθυμεί.

Συνεπώς όλοι οι πολίτες θα πρέπει να ενημερωθούν ότι για να θεωρούνται από πολιτική άποψη χριστιανοί ορθόδοξοι ή καθολικοί ή μουσουλμάνοι ή μέλη οποιασδήποτε άλλης θρησκείας με ό,τι αυτό σημαίνει (ευεργετήματα ή συνέπειες) οφείλουν να προσέλθουν στο οικείο ληξιαρχείο και να προβούν σε σχετική δήλωση. Διαφορετικά, από πλευράς Κράτους θα θεωρούνται ως μη ενταχθέντες σε θρήσκευμα. Το μέτρο αυτό είναι δίκαιο και πρακτικό, καθώς εξασφαλίζει σε όλους τους πολίτες την έκφραση της πραγματικής τους βούλησης.


Κατάργηση καταγραφής θρησκεύματος όλων των πολιτών

Τέλος, κι επί τη ευκαιρία, επανερχόμαστε στο πάγιο αίτημά μας για κατάργηση της καταγραφής του θρησκεύματος των πολιτών στα Ληξιαρχεία. Ο μόνος λόγος για την καταγραφή του θρησκεύματος των πολιτών στα Ληξιαρχεία είναι, θεωρητικά, η παροχή ειδικών δικαιωμάτων (λόγου χάρη η άρνηση στράτευσης, η ειδική διατροφή στο στρατό κ.τ.ό). Αυτό όμως συνιστά διάκριση, και αντιτίθεται στα ανθρώπινα δικαιώματα. Εξάλλου η δήλωση που καταχωρίζεται στο Ληξιαρχείο δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τις πεποιθήσεις του πολίτη, αλλά πιστοποιεί απλώς την ένταξή του σε κάποιον θρησκευτικό οργανισμό —ένταξη η οποία μπορεί να έχει γίνει ερήμην του, εάν είναι ανήλικος ή να έχει γίνει για καθαρά κοινωνικούς, οικογενειακούς ή πρακτικούς λόγους, εάν είναι ενήλικος.

Εάν το Κράτος επιθυμεί να σεβαστεί τις ποικίλες φιλοσοφικές, ιδεολογικές και συνειδησιακές ιδιαιτερότητες των πολιτών (μέσα στις οποίες συγκαταλέγονται όχι μόνον οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αλλά και η χορτοφαγία, η μη-βία κ.ά.), μπορεί να παρέχει ένα φάσμα επιλογών σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες και ανεξάρτητα από το αν ανήκουν ή όχι σε κάποιον θρησκευτικό οργανισμό ή σε ποιόν θρησκευτικό οργανισμό ανήκουν.